κορίνθιος

κορίνθιος
α, ο [ία, ον] 1. коринфский; живущий в Коринфе;
2. (К.) (ο , η ) житель, -ница Коринфа

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "κορίνθιος" в других словарях:

  • Κορίνθιος — courtesan masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κορίνθιος — ια, ιο, θηλ. και ία (Α κορίνθιος, ία, ον, θηλ. και κορινθιάς, άδος) [Κόρινθος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κόρινθο, στην Κορινθία ή στους Κορινθίους, κορινθιακός («κατῴκει τήνδε γῆν Κορινθίαν», Ευρ.) 2. (το αρσ. και θηλ. ως εθν.) ο… …   Dictionary of Greek

  • κορίνθιος — α, ο 1. κορινθιακός. 2. το αρσ. και θηλ. Κορίνθιος, Κορίνθια ως κύρια ονόματα δηλώνουν τον κάτοικο της Κορίνθου ή τον καταγόμενο απ αυτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ευφράνωρ ο Κορίνθιος ή ο Ίσθμιος — (4ος αι. π.Χ.).Ζωγράφος, γλύπτης, χαλκουργός, τορευτής, συγγραφέας πραγματειών για τη συμμετρία και τα χρώματα. Μαθητές του υπήρξαν οι ζωγράφοι Χαρμαντίδης, Λεωνίδας, Αντίδοτος και ο γιος του, ο γλύπτης Σώστρατος. Ως ζωγράφος κόσμησε τη στοά του… …   Dictionary of Greek

  • Μανουήλ Κορίνθιος — (15ος 16ος αι.). Λόγιος, αξιωματούχος του Οικουμενικού πατριαρχείου και συγγραφέας. Καταγόταν από την Πελοπόννησο. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1482 ως λογοθέτης του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Λίγο αργότερα προβιβάστηκε στο αξίωμα του… …   Dictionary of Greek

  • Κορινθιακά — Κορίνθιος courtesan neut nom/voc/acc pl Κορινθιακά̱ , Κορίνθιος courtesan fem nom/voc/acc dual Κορινθιακά̱ , Κορίνθιος courtesan fem nom/voc sg (doric aeolic) Κορινθιακός courtesan neut nom/voc/acc pl Κορινθιακά̱ , Κορινθιακός courtesan fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορινθιακῶν — Κορίνθιος courtesan fem gen pl Κορίνθιος courtesan masc/neut gen pl Κορινθιακός courtesan fem gen pl Κορινθιακός courtesan masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορινθιακόν — Κορίνθιος courtesan masc acc sg Κορίνθιος courtesan neut nom/voc/acc sg Κορινθιακός courtesan masc acc sg Κορινθιακός courtesan neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορινθικόν — Κορίνθιος courtesan masc acc sg Κορίνθιος courtesan neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορινθίων — Κορίνθιος courtesan fem gen pl Κορίνθιος courtesan masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κορινθίως — Κορίνθιος courtesan adverbial Κορίνθιος courtesan masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»